φοιτᾷ

φοιτᾷ
φοιτάω
go to and fro
pres subj mp 2nd sg
φοιτάω
go to and fro
pres ind mp 2nd sg (epic)
φοιτάω
go to and fro
pres subj act 3rd sg
φοιτάω
go to and fro
pres ind act 3rd sg (epic)
φοιτάζω
fut ind mid 2nd sg (epic)
φοιτάζω
fut ind act 3rd sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • φοίτα — φοίτᾱ , φοίτης masc nom/voc/acc dual φοίτᾱ , φοίτης masc gen sg (doric aeolic) φοίτᾱ , φοιτάω go to and fro pres imperat act 2nd sg φοίτᾱ , φοιτάω go to and fro imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιτᾶ — φοιτάω go to and fro pres subj act 1st sg (doric aeolic) φοιτάω go to and fro pres ind act 1st sg (doric aeolic) φοιτάζω fut ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιτᾶι — φοιτᾷ , φοιτάω go to and fro pres subj mp 2nd sg φοιτᾷ , φοιτάω go to and fro pres ind mp 2nd sg (epic) φοιτᾷ , φοιτάω go to and fro pres subj act 3rd sg φοιτᾷ , φοιτάω go to and fro pres ind act 3rd sg (epic) φοιτᾷ , φοιτάζω fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοίταν — φοίτᾱν , φοίτης masc acc sg (epic doric aeolic) φοίτᾱν , φοιτάω go to and fro imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) φοίτᾱν , φοιτάω go to and fro imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιτάτην — φοιτά̱την , φοιτάω go to and fro imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φοιτάτω — φοιτά̱τω , φοιτάω go to and fro pres imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PHASIANARIUS — qui Phasianos pascit. Paulus ICtus Phasianarii autem et pastores anserum non continentur. Vide Spiegelium apud Ioh. Calvin. Lexix. Iurid. Erat autem Phasianus, sobriis olim Principibus ultimus delitiarum finis, quippe cui per se eximiae raritas… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αϊδοφοίτης — ἁιδοφοίτης και ᾁδοφοίτης, ο (Α) αυτός που «φοιτά», που συ χνάζει στον Άδη λεγεται για πρόσωπο κάτισχνα, που είναι σαν να ζουν στο οριακό σημείο μεταξύ ζωής και θανάτου η λ. στον Ησύχιο: «ἁιδοφοῑται οἱ λεπτοὶ καὶ ἰσχνοὶ καὶ ἐγγὺς θάνατοι ὄντες».… …   Dictionary of Greek

  • διδασκαλιστής — ο 1. αυτός που φοιτά σε διδασκαλείο, που σπουδάζει για να γίνει δάσκαλος 2. ο απόφοιτος διδασκαλείου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1846 στον Ι. Δραΐκη] …   Dictionary of Greek

  • διετής — ές (AM διετής, ές Α και διέτης, ες) 1. αυτός που διαρκεί δύο χρόνια 2. αυτός που έχει ηλικία δύο ετών νεοελλ. «διετής μαθητής» αυτός που φοιτά για δεύτερη χρονιά στην ίδια τάξη αρχ. διετήσιος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”